Στην αρχή δεν το κατάλαβα. Νόμιζα ότι ήταν απλώς κουρασμένος. Ότι μεγάλωσε. Ότι όλοι κάποια στιγμή μπερδεύονται. Μέχρι που ένα βράδυ τον άκουσα να περπατάει μέσα στο σπίτι και να ανοίγει πόρτες. Όταν τον ρώτησα τι κάνει, μου είπε «ψάχνω να βρω πού είναι το δωμάτιό μου». Ήταν στο σπίτι του τριάντα χρόνια.
Τον είδα να στέκεται στο διάδρομο και να κοιτάζει γύρω του σαν να είχε μπει σε ξένο χώρο. Τα έπιπλα ήταν τα ίδια. Οι τοίχοι οι ίδιοι. Αλλά για εκείνον δεν σήμαιναν τίποτα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν χανόταν απλώς μέσα στο σπίτι. Χανόταν μέσα στη μέρα του.
Άρχισε να φοβάται τη νύχτα. Να σηκώνεται χωρίς λόγο. Να με ρωτάει πού πρέπει να πάει. Κάθε πόρτα του φαινόταν λάθος. Κάθε διάδρομος ατελείωτος. Και εγώ άρχισα να φοβάμαι μαζί του. Όχι για το αν θα πέσει. Αλλά για το αν θα χαθεί.
Το πιο δύσκολο δεν ήταν ότι δεν θυμόταν. Ήταν ότι δεν ένιωθε ασφαλής. Το σπίτι που τον προστάτευε μια ζωή έγινε μέρος της σύγχυσής του. Και αυτό δεν το αντέχει κανείς εύκολα. Να βλέπεις έναν άνθρωπο που αγαπάς να μην ξέρει πού βρίσκεται.
Έφτασε μια στιγμή που δεν μπορούσα πια να τον αφήσω μόνο του. Όχι γιατί δεν τον εμπιστευόμουν. Αλλά γιατί εκείνος δεν εμπιστευόταν πια τον εαυτό του. Κάθε μέρα ήταν αγωνία. Κάθε βράδυ επιφυλακή.
Όταν μπήκε σε έναν χώρο όπου όλα ήταν σταθερά και προβλέψιμα, άλλαξε. Δεν έψαχνε πόρτες. Δεν περιφερόταν χαμένος. Υπήρχαν άνθρωποι που τον καταλάβαιναν χωρίς να τον ρωτούν πολλά. Υπήρχε ρυθμός. Υπήρχε ησυχία.
Κατάλαβα τότε ότι σπίτι δεν είναι πάντα εκεί που έζησες. Είναι εκεί που δεν φοβάσαι. Εκεί που κάποιος ξέρει πώς να σε κρατήσει ήρεμο όταν ο κόσμος αρχίζει να μπερδεύεται.
Ο πατέρας μου δεν χάθηκε μέσα στο σπίτι του. Χρειάστηκε απλώς ένα νέο μέρος για να μην χάνεται.



